Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Σαρανταπέντε

Τέσσερα χρόνια σε σχολή φαρμακευτικής στο Λονδίνο. Τσαλαπατημένα χρόνια. Και κάποιος να σου μαγκώνει τη ψυχή. Αμέτρητες ώρες μοναξιάς και στοχασμού. Οι φίλοι που περίμενες ακόμα να φανούν. Ένα μίσος έχει αρχίσει να εκκρίνεται τελευταία. Μια απέχθεια. Δεν ακούω τις λέξεις μου. Άραγε αν ζούσα πίσω στην Ελλάδα θα ήταν το ίδιο; Μήπως θα ήταν χειρότερα; Χειρότερα ως προς τι; Τη μιζέρια που κυριαρχεί σήμερα; Τη νοοτροπία μας; Γιατί κι εδώ που η νοοτροπία είναι διαφορετική τι πετύχανε; Ένα σωστό κράτος, σύμφωνοι. Σωστό ως προς τι; Καμία ουσιώδης σχέση μεταξύ των ανθρώπων, όλα επιφανειακά κι απρόσωπα. Ψεύτικο, αναίσθητο ενδιαφέρον που σε κοιτάει και φεύγει. Μεγαλούπολη. «Πώς μπορείς να μην περνάς καλά εκεί;» Μπορείς. Σπρώξτε τα βλέφαρα σας. Οι συναυλίες, τα θέατρα, τα μουσεία, η διασκέδαση δεν το λύνουν. Δε μπορείς να αιωρηθείς από πάνω τους. Μπορείς μόνο όταν σου δίνουν αγάπη· οι άνθρωποι. Κι όταν δίνεις αγάπη. Μόνο έτσι αιωρείσαι και μετά μπορείς να ξεφύγεις. Γι' αυτό θα ήταν καλύτερα πίσω.

Ο χρόνος πιέζει. Μόνος στο γραφείο σου κοιτάς αγχωμένος το πρόγραμμα της επομένης που έχει τα μέσα να ρουφάει κάθε σταγόνα ευτυχίας που σου απομένει. Δεν πρόλαβες να κάνεις αυτό που ήθελες ούτε σήμερα. Έφτασε η Δευτέρα. Σήκω, βάλε τις παρωπίδες σου και κατευθύνσου προς τον υπόγειο για τη σχολή. Ιδρώνεις μέσα εκεί. Φτάνεις στη σχολή κι επιβιώνεις. Δε σε γεμίζει. Πάρε το δρόμο για πίσω καθώς οι τρεις επόμενες μέρες είναι κοντά. Όχι όμως η Παρασκευή. Τώρα πρέπει να επαναλάβεις τον ίδιο αλγόριθμο.

Περιμένεις ένα τηλέφωνο με όση υπομονή έχεις καταφέρει να σώσεις. Αυτά δε θα 'πρεπε να λέγονται δευτερόλεπτα, αλλά ώρες. Μιλάς με ένα φίλο σου να ηρεμήσεις. Κλείνετε, το κεφάλι σου γλιστράει και πέφτει μέσα στο μελάνι. Δε ξέρει κολύμπι. Το τηλέφωνο ακόμα να ηχήσει. Ή μάλλον όχι, χτύπησε πριν λίγο και μου μίλησε η ίδια φωνή. Ηχογραφημένα μηνύματα. Παλιά έδινες το τηλεφωνό σου αν ήθελες κάποιος να σε καλέσει. Πλέον σε παίρνει όποια τράπεζα θέλει γνωρίζοντας τα πάντα για σένα.

Χαζεύεις με ντροπή τις μπλε σελίδες. Δεν έχει καθόλου πλάκα να προσπαθείς να πάρεις ανάσες μέσα από τις ζωές των άλλων. Συμβαίνει καμιά φορά. Μέλημα του κάθε ανθρώπου είναι να είναι ευτυχισμένος. Ευτυχία δε σημαίνει λεφτά, αλλά άνθρωποι. Χαρούμενα πρόσωπα γεμάτα ζωντάνια. Αληθινά ή ψεύτικα; Τα κοιτάς και δεν καταλαβαίνεις πως γίνεται. Πού έχεις χαθεί; Γιατί δε μείναμε μικροί; Γιατί μας βαραίνουν τόσα; Μας λείπει η αγάπη. Έχουν σκουριάσει τα μάτια μας. Οι άνθρωποι είναι αφερέγγυοι, ξεχνάνε με άνεση και δεν κάνουν πίσω. Τα ημιτόνια έχουν εκλείψει. Και είναι επιλογή τους, όχι διέξοδός τους.

Απρόσωπο μήνυμα από την εταιρεία που σου δίνει την ευκαιρία να μιλάς στο τηλέφωνο. Αέναο σπαμ. Παγκοσμιοποίηση. Ατέρμονη παραπλάνηση με μοναδικό στόχο το κέρδος. Υλιστικός κόσμος και διασκέδαση χωρίς όρια. Ανθρωποι βρώμικοι, μονοδιάστατοι. Η δυστυχία διστάζει να φανερωθεί· κρύβεται μέσα τους. Βλέπω μόνο γραβάτες. Πλασματική χαρά, ανωμαλία πίσω από την κάθε γωνία, ανοησία χωρίς τέλος. Εδώ δεν υπάρχει χρόνος, ούτε φίλοι. Η ζωή τρέχει με τις πιο γρήγορες ταχύτητες. Άλλα σε κεντρίζουν με το πιο δόλιο ναρκωτικό, αυτό της άγνοιας.

Ίσως έχουν σαπίσει τα σπίτια μας, όμως η ζέστη που βγάζουν οι καρδιές σας με θερμαίνει. Μια αγκαλιά κι ένα ζευγάρι μάτια που δε ζητάνε τίποτα αξίζουν κάθε προσπάθεια. Δείξτε μου τις αποθήκες με τα χαμόγελα. Κι εσύ, γύρισε εκεί που ανήκεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου