Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Μεταξύ ονείρων και πραγματικότητας

Με κυνηγάνε για να με πιάσουν.

Δύο κύριοι ντυμένοι με μαύρα κοστούμια. Επειδή δεν σκέφτομαι σύμφωνα με τους νόμους. Επειδή δεν μοιραζόμαστε τις ίδιες απόψεις. Επειδή κάποτε πέρασα από μπροστά τους κι έτυχε να πέσει η σκιά μου επάνω τους. Χωρίς πρόθεση. Τώρα με κυνηγάνε για να με τιμωρήσουν. Γιατί εδώ επιτρέπεται να μιλάς μόνο με το στόμα. Κάθε άλλο είδος επικοινωνίας διώκεται. Τα μάτια είναι για να κοιτάνε. Κι έτσι τα βλέμματα των ανθρώπων γύρω μου άδειασαν. Κι εγώ σταμάτησα να στροβιλίζομαι. Γιατί δεν υπάρχει λόγος να το κάνεις με τα χέρια κλειστά. Και συρρικνώθηκα. Σαν ένας καρπός που έχασε τους χυμούς του.

Τους βλέπω στον ύπνο μου. Ξυπνάω και είναι πάλι ξοπίσω μου. Κι εγώ προσπαθώ να τρέξω μακριά τους. Κοιμάμαι και είναι πάλι εκεί. Ώσπου σ' έναν από τους εφιάλτες μου βρέθηκα σε αδιέξοδο. Σε ένα σοκάκι λίγα στενά μακριά απ’ τον δρόμο που μένω. Έτρεξαν κατά πάνω μου να με πιάσουν. Τους ζήτησα να χορέψω μια τελευταία φορά. Τι μεγάλο λάθος η ευγένεια που μου δείξανε! Στροβιλίστηκα. Τα χέρια μου γεμίσανε λεπίδες. Και αυτοί ανήμποροι να μετακινηθούν, σαν ριζωμένοι στο έδαφος, στάθηκαν εκεί και ματώσανε. Γιατί οι λεπίδες είχαν περάσει από μέσα τους. Γιατί είχα ανθίσει και πάλι.

Φεύγω. Με κυνηγάνε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου